Από τότε που μετακόμισα σ’αυτό το σπίτι, κάθε χρόνο – την ίδια περίοδο – δέχομαι δυο γλυκύτατους επισκέπτες. Φτιάχνουν τη φωλίτσα τους στο παραθυράκι του μπάνιου, καταχέζουν τον κόσμο - ε, δεν τρέχει και τίποτα..δεν τα κάνουν και πάνω μου! – και συνεισφέρουν στον πολλαπλασιασμό του είδους. Έτσι και φέτος, έκαναν την εμφάνισή τους και μετά από μια βραδιά άγριου σεξ (έχω δεί μόνο μύγες…επί του παρόντος, νά’ναι καλά η οργιάζουσα φαντασία μας!) έσκασαν μύτη δυο κάτασπρα αυγουλάκια. Αναμένοντας τα γεννητούρια, πάρτε μια ιδέα απ’την κλωσσομάνα…
Αρχείο για Μαΐου, 2008
γεννητούρια.
παραμύθι χωρίς τέλος – yet.

photo by ilco
Καμιά φορά, στα δύσκολα, επιλέγεις ως αντίβαρο της καθημερινότητας παραμύθια με χρυσοκέντητες παρωπίδες και σοκολατένιες μπουκίτσες ουτοπικής αυτογνωσίας. Τυλίγεις σκέψεις και συναισθήματα σ’έναν αγκαθωτό μίτο, που με την πρώτη ευκαιρία πέφτει απ’το ράφι και ξετυλίγεται γύρω σου, απελευθερώνοντας όλα εκείνα που σε πνίγουν. Ξαφνικά, γίνεται τεράστιος…και καταλήγεις ως σύγχρονος Σίσυφος, να τον κυλάς προς την κορφή, σε μια προσπάθεια να τον τυλίξεις – μάταια. Και ξανά..και ξανά…
Αλήθεια, σού’χω διηγηθεί το δικό μου παραμύθι;
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι. Μια σύγχρονη Πολυάννα στην εκδοχή του “Με οικογένεια”, αλλά με, σαφώς, πολλές διαφοροποιήσεις. Βλέπεις, είχε μέσα διαζύγια, ετεροθαλή αδέρφια, πολλές γιαγιάδες και παππούδες, μαμάδες και μπαμπάδες, δώρα και αγαποχαρουμενιές κι όλα εκείνα που την έκαναν να αισθάνεται, όμορφα διαφορετική. Μεγαλώνοντας, άρχισε να αναπτύσσει τη δική της κρίση και αντίληψη. Τότε ήταν που άρχισαν να συσσωρεύονται μέσα της δηλητηριώδη αγχοκύτταρα, που πολλαπλασιάζονταν με ύπουλο τρόπο. Το μεγάλο ΜΠΑΜ, συνέβη μετά από κάποια χρόνια, όταν έχασε ένα πολυαγαπημένο της πρόσωπο. Σε χρόνο dt, εξερράγη η φούσκα και τα αγχοκύτταρα πότισαν όλο της το “είναι” με το δηλητήριό τους. Από εκείνη τη στιγμή και για τέσσερα ολόκληρα χρόνια, ξυπνούσε και κοιμόταν με την ίδια σκέψη : “είμαι άρρωστη – θα πεθάνω”.
Οι γιατροί της έλεγαν ότι είναι μια χαρά – και να ζήσει τη ζωή της. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων, το ίδιο – “ξεκόλλα το μυαλό σου”. Οι φίλοι, οι δικοί της άνθρωποι, τη στήριζαν με κάθε τρόπο – “εσύ βρε; θα μας θάψεις όλους!”. Τίποτα. Το γαμημένο “κλικ”, ο αρρωστημένος της κάλος, έκοβε βόλτες από σημείο σε σημείο και δήλωνε το παρόν με ταχυκαρδίες και ζαλάδες κι ενίοτε, ως ένα αόρατο χέρι που την έπνιγε. Πονούσε…για την ίδια και για όλους εκείνους που είχαν την έγνοια της και “τους απογοήτευε”. Για τις χαμένες, ξέγνοιαστες στιγμές με τον αγαπημένο της. Για το παραμορφωμένο είδωλο στον καθρέφτη και τη μιζέρια που απέπνεε. Κάθε μέρα, έψαχνε να βρεί ένα κομμάτι του παλιού της εαυτού για να διώξει όλη εκείνη τη λάσπη από μέσα της, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Μια μέρα, δυο φίλες τής έκαναν μια πρόταση : “Θέλεις να πάμε σε ψυχολόγο;”. Το έκανε – κι ας αντίκρυζε σε κάποια βλέμματα το στερεότυπο “μα, τί θα πεί ο κόσμος;”…Η αλήθεια είναι πως μια προκατάληψη την είχε..δεν είχε όμως και τίποτε να χάσει – τα είχε χάσει όλα. Στην τρίτη επίσκεψη, ένιωσε κάτι να αλλάζει. Λες και είχε βρεί το διακόπτη που ευθυνόταν για όλα αυτά και με μια κίνηση τον κατέβασε. Σταμάτησε να πηγαίνει στην ψυχολόγο, πιστεύοντας πως ήταν πλέον καλά, κι άρχισε ξανά να ζεί. Νόμιζε πως είχε τον έλεγχο και κάπως έτσι, πέρασαν άλλα τρία χρόνια. Όταν ξαφνικά, ο εφιάλτης επέστρεψε. Με άλλο πρόσωπο τούτη τη φορά, αλλά με τις ίδιες οδυνηρές συνέπειες. Άρχισε να κλείνεται στον εαυτό της και να μη συμμετέχει στην ίδια της την καθημερινότητα. Παράτησε τη σχολή της κι επέστρεψε στη γνωστή της λάσπη, προσπαθώντας να πολεμήσει τις κρίσεις μακριά από τα βλέμματα των άλλων – όχι με θετικά αποτελέσματα πάντα.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Εδώ και τρεισήμιση περίπου μήνες, επισκέπτεται μια ψυχίατρο. Κάθε φορά, στα 40 τους λεπτά, βγάζει τα σώψυχά της και χαλαρώνει…ξεψαχνίζοντας το “είναι” της κι ανακαλύπτοντας πράγματα που αγνοούσε την ύπαρξή τους.
Εδώ και τρεισήμιση περίπου μήνες, ξαναβρήκε το χαμόγελο…εκείνο που φωτίζει το πρόσωπό της και κατ’επέκτασιν, ό,τι βρίσκεται γύρω της. Το φοράει στο πρωϊνό της ξύπνημα και το κουβαλά μαζί της παντού..
Εδώ και τρεισήμιση περίπου μήνες, βιώνει την καθημερινότητά της με αυτοπεποίθηση. Έμαθε ν’αγαπά τον εαυτό της, το σώμα της, το “είναι” της…και προσπαθεί για το καλύτερο.
Εδώ και τρεισήμιση περίπου μήνες, ΖΕΙ – κι ονειρεύεται…
Ακούμε το “CheValiers De Sangreal” του αγαπημένου μου Hans Zimmer από το soundtrack της ταινίας Τhe Da Vinci Code, γιατί έχει έναν αέρα αναγέννησης…
ιδιογράφως.
Με προσκάλεσε η ρενάτα – καλώ με τη σειρά μου τους :
μαγιάτικη κηπουρική.



Ναί, ναί..το ξέρω! Έχουμε καιρό να τα πούμε…Από τη μια τα βροχερά σουβλίσματα, από την άλλη οι λιαστοί καφέδες…είναι και η εκστρατεία απόκτησης σκύλου που καλά κρατεί…το παράτησα το μπλογκάκι κι έπιασε αράχνες! Ποστ επιστροφής, λοιπόν, πέρα ως πέρα ανοιξιάτικο και λουλουδιαστό, με την ανανεωμένη – και μες στο χρώμα – βεράντα (μερικές πινελιές της λείπουν…κι ένα καλό βάψιμο, βεβαίως-βεβαίως!), που περιμένει να κοπάσουν οι βοριάδες για να γεμίσει κόσμο, χάχανα κι επίδοξους ταβλαδόρους!
Ακούμε Twarres και “Children”, γιατί μας αρέσει πολύ!








...πώς είπατε;;